Με έχουν μπλοκάρει δύο μάτια ερευνητικά τόσο μεγάλα και περίεργα που στη πορεία μπορεί εύκολα να γίνουν και τέσσερα και οχτώ και δεκάξι. Κάθε φορά που μπαίνω εδώ μέσα το ίδιο σκέφτομαι. Τα έχω ονομάσει μικρά φαντασματάκια που παίζουν με τη φωτογραφία στο προφίλ μου ακόμα και κάνουν το τσιγάρο μου να καίγεται στραβά. Όχι δεν καις μόνο εσύ το τσιγάρο μου και πόσο χαλιέμαι που το λέω.
Αμα δεν τα αφήσω πίσω, δεν θα ξαναβρώ τον μπλογκοεαυτό μου, πράγμα που μου ξυπνά φαντασιώσεις του στυλ: έχω ανοίξει τα σχόλια για να μπουν οι πάντες –όχι δεν τους θέλω τους πάντες- και να αραδιάσουν όλη τη γλυκιά μαλακία σε σιρόπι «Γεια!! Εισαι θεά!!! Σε πάμε με χίλια!!! Κιπ γκόινγκ!!! Ο θεός να σε έχει καλά». Μόνο που εγώ, δεν πιστεύω στον θεό αλλά στον Μερφι. Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας που δήλωσα πως δεν πιστεύω στα παραμύθια και ένας κομήτης μπήκε από το παράθυρο. Σήμερα το ξανασκέφτηκα. Μωρέ λες; Το Βελιγράδι με περιμένει, οι φίλοι μου επίσης, το αφεντικό τρελάθηκε και με αποκαλεί το απόλυτο κορίτσι για σπίτι, στη τσέπη δεν έχω μια, μα στη καρδιά μου φορτίζω ήρωες και σκηνικά σε χρώματα παλ. Κοριτσίστικο είναι το παραμύθι.
Πόσες φορές στη ζωή μας έχουμε πει και θα πούμε αλήθεια μεγάλες παχιές κουβέντες για να φέρουμε λίγο παραμύθι στη ζωή μας ή για να το διώξουμε μακριά, και πόσες αλήθεια θα έρθει η στιγμή για να μας αμφισβητήσει, να μας αφήσει γυμνούς μπροστά σε ευφάνταστες δηλώσεις που μόνο σάλιο μας ξόδεψαν; Υπάρχουν τελικά παραμύθια ή όχι;
Τελευταία βλέπω ουράνια τόξα παντού. Βατράχια με στέμμα. Παχουλά μωρά με φτερά. Το μυαλό μου αρνείται να αφήσει τη στιγμή στη τύχη της. Κολλημένη στην ανάγκη του έρωτα που φέρνει λαγνεία, ποίηση, δάκρυα συγκίνησης, το πιο δυνατό καρδιοχτύπι και βαρύγδουπες λέξεις, κλείνω ραντεβού με το φόβο που ξεκίνησε από τα ράφια του σούπερ μάρκετ. Προϊόντα με ημερομηνία λήξης. Ο έρωτας τι μάρκα είναι;
