O λάκων στο τελευταίο του σχόλιο είπε για το θυμό μου. Αλλά δεν έχω θυμώσει ακόμα πραγματικά. Έρχομαι από τα βουνά του Διόνυσου, με σχισμένο καλσόν, άφρο μαλλί και μαύρους κύκλους στα μάτια αναλογιζόμενη το για πόσα ΝΑΙ με παίρνει ακόμα, και μετά από 3 τέταρτα της ώρας, κολλημένη σε έναν άδειο από κίτρινα αμάξια δρόμο, που οι οδηγοί των τσερόκι σου πετούν με αυθάδεια σκόνη στα μούτρα και σε προσπερνούν σαν να είσαι σκατό, μπαίνω σε έναν ταρίφα ή αλλιώς μάνα εξ ουρανού που θέλει κουβέντα για όσα συνέβησαν εχθές. Ευτυχώς κάηκε η τηλεόρασή μου προχθές κι έτσι δεν θα ακούσω για τον τραγικό χαμό ενός 15χρονου που τον φάγανε επειδή αντί να βρίσκεται σε ένα σινεμά με το κορίτσι του, επέλεξε να βρίσκεται στα εξάρχεια και να πετάει πέτρες. Μάλλον ήταν κι αυτός πολύ θυμωμένος. Δεν λέω όχι στις πέτρες, για την ακρίβεια νομίζω πως το καθυστερήσαμε πολύ όλοι μας και θα έπρεπε να βγούμε στο σεργιάνι προς αναζήτηση της ομορφότερης κοτρώνας. Αρκεί να πάμε στο σωστό σημείο, για να πιάσει τόπο. Ακουσα ότι θα λάμψει η αλήθεια για μια ακόμα φορά και μου ήρθε αναγούλα. Αναγούλα για τους μικροτσούτσουνους Έλληνες που κάνουν προέκταση του φαλλού τους το αμάξι τους, το γκλομπ τους, τα μπράτσα, τη καρέκλα τους, τη γροθιά τους, τη κοιλιά τους, τη τσάμπα μαγκιά τους. Για τις μικροαστές Ελληνίδες που έχουν αναγάγει το αιδοίο τους σε αλεξίσφαιρο γιλέκο, άλλοθι και δικαιολογία για να επιβεβαιώσουν την ανυπαρξία τους.
Χθες προσπάθησα να το παίξω πρωταγωνίστρια του Barton. Βρέθηκα να βολτάρω στη Διονυσίου Αεροπαγίτου, με την υγρασία και την ομίχλη να κάνει τη διαδρομή ειδυλλιακή και την Ακρόπολη με αυτή την μεγαλόπρεπη ησυχία της να κάνει εμένα να ντέπομαι.
